Δράκος ο καρκίνος κι εσύ ο μικρός ιππότης που πρέπει να τον νικήσει

Δράκος ο καρκίνος κι εσύ ο μικρός ιππότης που πρέπει να τον νικήσει

Ένα μικρό μικρό παιδί σε ένα μεγάλο μεγάλο νοσοκομείο. Με διαδρόμους περίπλοκους, με βελόνες, με ορούς...με εξετάσεις και χημείες...

Τι κάνει εκεί μέσα ένα μικρό παιδί; Δεν έχει παιχνίδια εκεί, δεν έχει ζωγραφιές, δεν έχει μουσικές και Μίκυ Μάους. Έχει χλωμάδα και πόνο. Έχει αδυναμία και απώλεια.

Θα ήθελε να πετάξει από πάνω του όσα τον πονάνε, όσα τον τσιμπάνε.
Και να τρέξει.
Αχ ναι πόσο θα ήθελε να τρέξει χωρίς να λαχανιάζει, χωρίς να του κόβονται τα πόδια, χωρίς να νιώθει να του φεύγει η καρδιά στα γόνατα. Και μια μπάλα θα’θελε. Να την κλωτσήσει σα να μην υπάρχει αύριο, να την κλωτσήσει μέχρι να σταματήσει ο κόσμος να γυρνάει.

Μα ούτε κι αυτό μπορεί.
Άρρωστος του είπαν μια μέρα.
Καρκίνος ψιθύρισαν να μην ακούσει, αλλά εκείνος άκουσε.
Δεν πολυκατάλαβε, σαν κρύωμα θα’ναι σκέφτηκε. Θα βήξω, θα πάρω σιρόπι, θα περάσει.
Δεν πέρασε.

Είσαι ιππότης, του έλεγε εκείνος ο καλός γιατρός, που αγαπούσε όπως κ αυτός τα παραμύθια. Και πρέπει να νικήσεις το δράκο. Αυτό να σκέφτεσαι. Θα περάσεις από περιπέτειες, αλλά θα τον νικήσεις και θα βρεις την κλειδωμένη βασιλοπούλα να την ελευθερώσεις.

Κι έτσι έγινε ιππότης. Φόρεσε πανοπλία την πυτζάμα του και σπαθί όλα τα χαπάκια και τις ενέσεις, που καθημερινά του έδιναν. Ζόρικη η δουλειά του ιππότη...ταλαιπωρία σκέτη...
Αλλά χαμογελούσε για τη μαμά του και τον μπαμπά του, που μάλλον τον ήθελαν κάτι άλλο από ιππότη και κλαιγανε κρυφά. Όταν αυτός χαμογελούσε, χαμογελούσαν κι αυτοί κι έτσι ο μικρός ιππότης ήταν ευτυχισμένος κι ας πονούσε.

Και τον ρημάδη τον δράκο, τον καρκίνο ή όπως αλλιώς τον λένε, που τόσα χουνέρια του έκανε, θα τον νικούσε...

Βέβαια είχε ένα μυστικό...
Δεν πάλευε για καμιά βασιλοπούλα κλειδωμένη σε κάστρο.
Για μια μπάλα πάλευε, που τον περίμενε να την κλωτσήσει αλαχάνιαστα, σα να μην υπάρχει αύριο, μαζί με τους φίλους του…
Γιατί ακόμη και στους ιππότες αρέσει το ποδόσφαιρο, πώς να το κάνουμε δηλαδή!